Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

ΝΕΚΡΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ( Χρονογράφημα)



Κ. Βάρναλης: Νεκρικός διάλογος
(Απόσπασμα από χρονογράφημα στο «Ριζοσπάστη» της 7/3/1936


Βδομάδες ολάκερες, αδιάκοπα ο Νοέμβρης δεν έκανε άλλη δουλειά παρά να βρέχει. Μιαν ακάθαρτη βροχή, πότε ψιλή-ψιλή και πότε νεροποντή. Σκοτάδι, λάσπη, κρύο, βρεμένα πόδια, μουσκεμένα κόκαλα, συνάχι και βήχας. Δεν είχαμε πού και πώς να σωθούμε. Τα σπίτια μας τρέχανε νερά. Παντού υγρασία και μούχλα. Είμαστε αιχμάλωτοι του νερού. Αυτή είναι η μοίρα των Ροβινσώνων. Η ευτυχία τους και η δυστυχία τους εξαρτιούνται από τα καπρίτσια του φυσικού περιβάλλοντος.

Βρήκαμε καταφύγιο στο καφενείο του Μπαρμπα-Θύμιου με την ταράτσα του απάνου στη θάλασσα. Πίναμε ζεστά, κουβεντιάζαμε βαριεστημένα ή… σοφά, διαβάζαμε και… περιμέναμε! Τι περιμέναμε; Αμνηστία; Γι’ αυτήν είχαμε απελπιστεί. Περιμέναμε πότε θ’ ανοίξει ο ουρανός!

Ο Μπαρμπα-Θύμιος πηγαινοερχότανε σέρνοντας αργά τα κουντούρια του απάνω στο σανιδένιο πάτωμα, όπου βροντούσανε όλο παράπονο. Ο δυστυχισμένος πάσχει από ρευματισμούς. Και με αυτόν τον καιρό οι ρευματισμοί του είχανε αρχίσει να πονάνε πολύ.

Την πρώτη του Δεκέμβρη, μέρα Κυριακή, η ώρα οχτώ το πρωί (τέτοιες ημερομηνίες και τέτοιες ώρες δεν ξεχνιούνται εύκολα!), καθώς είμαστε στριμωγμένοι στο καφενείο, κάποιος πάτησε ξαφνικά ένα χαρούμενο ξεφωνητό:

-Ήλιος!…

Ο αλαλαγμός «θάλαττα! θάλαττα!» των μυρίων του Ξενοφώντα και «γη! γη!» των θαλασσοπόρων του Κολόμβου, δεν ήτανε περισσότερο θριαμβευτικός ή… σπαραχτικός!

Όλοι τρέξαμε στα παράθυρα και κολλήσαμε τ’ αξούριστα μουσούδια μας στα τζάμια. Φως θαμπωτικό, φως… ολοκαίνουργιο στρωμένο απάνου στη θάλασσα, στην αμμουδιά, στα σπίτια… Πόσες μέρες είχαμε να δούμε αυτό το θάμα! Λέγαμε πως ο γενναίος καραβανάς και τυχοδιώχτης, που καθότανε στο σβέρκο της Ελλάδας, τον είχε εξορίσει τον ήλιο από τον ουρανό μας. Αφού είναι… πηγή του φωτός. Και το φως είναι εχθρός της κοινωνικής ευταξίας! Με τέτοιο αγύριστο κεφάλι, δε θα μπορούσε να πάρει κανείς ποτές… αμνηστία.

Μόλις αντικρίσαμε το φως, οι καρδιές μας ανοίξανε, οι πόρτες ανοίξανε κι όλοι πεταχτήκαμε όξω. Ο Μπαρμπα-Θύμιος έβγαλε κι αράδιασε στην ταράτσα μέσα στον ήλιο τραπεζάκια και καρέκλες. Οι γλώσσες μας λυθήκανε. Τα δεσμά μας λυθήκανε. Δεν είμαστε πια αιχμάλωτοι!

Τέτοιες μέρες ολάκερο το νησί σηκώνεται στο ποδάρι. Και βουίζει από κίνηση και ζωή. Οι ψαρόβαρκες ρίχνονται από τα χαράματα στο γιαλό, όταν ακόμα ο νυχτερινός ίσκιος σέρνεται απάνου στην ολόστρωτη άπλα της, που ανατριχιάζει κάθε τόσο με τις αλαφρές ριπές του ανέμου και παίρνει όλους τους τόνους τού γαλάζιου και του ρόδινου. Ορθοί στην πλώρη μ’ ένα μακρύ καμάκι σαν κοντάρι στο χέρι οι ψαράδες κυνηγάνε τα χταπόδια στο περίγιαλο. Οι πάπιες αφήνουνε το βουρκάρι τους και πέφτουνε κι αυτές στην ήσυχη θάλασσα, κοπαδιαστές, καμαρωμένες… σημαιοστολισμένες!

Με τον ήλιο που ανηφορίζει, η πρωινή άχνα μαζεύεται στις άκρες του ορίζοντα, όσο να χαθεί ολότελα. Κι όλα αποθεώνονται μέσα στο χρυσό φως: σχήματα, όγκοι, απλωσιές και ψηλώματα` σπίτια, δέντρα, πλαγιές, μύλοι και… τάφοι. Τα νερά αστράφτουνε. Τα τζάμια αστράφτουνε. Οι πέτρες κι ο αέρας αστράφτουνε. Ακόμα και τα σωριασμένα στο περιγιάλι σκουπίδια και φύκια, ακόμα και τα… ράκη μας αστράφτουνε, σαν κουπόνια της «Εστίας».

Στον Ταρσανά, που είναι κι η μοναδική πλατεία του νησιού, ανάμεσα στο καφενείο του Μπαρμπα-Θύμιου και στο λόφο του Μπούμπουνα, τα συρμένα καΐκια, μικρά και μεγάλα, μήνες ακίνητα και ναρκωμένα, ανασταίνονται και βάζουνε τα χρυσά τους. Κάτω από την απάνεμη και προσηλιακή κοιλιά τους οι κότες και τα κοκόρια κοιμούνται χωμένα μέσα στον άμμο με φουσκωμένα τα φτερά, για να στεγνώσουνε. Κι από τα ξάρτια ενός βενζινόπλοιου, που ίσως ποτές του δεν θα ξαναβουτήξει στο νερό, ένα αεροκρεμασμένο σωσίβιο παίρνει σήμερα τη σημασία χαρούμενου συμβόλου. Μα ποιος πρώτα να σωθεί μ’ αυτό! Όλοι! …

Αριστερά, στον καθαυτό κόρφο του νησιού, ανάμεσα στο καφενείο του Μπαρμπα-Θύμιου και τον γκρεμό του Αγίου Αντωνίου (το καφενείο του Μπαρμπα-Θύμιου σ’ όλην αυτήν τη γεωγραφία παίζει το ρόλο του… ισημερινού του Ουενστμίνστερ!) οι τράτες δουλεύουνε. Η αμμουδιά είναι γεμάτη ξυπόλυτους ανθρώπους και ξυπόλυτα παιδιά. Κάσες, πανέρια, δίχτυα, βάρκες, φωνές και πειράγματα. Όλη η αμμουδιά κινιέται, όπως το δάσος της Βιρνάμης του «Μάκβεθ». Οι μόνοι που δεν κινούνται είναι οι τεμπέληδες. Αυτοί είναι οι καλοφαγάδες και οι… διανοούμενοι. Κάθονται και περιμένουν με αληθινόν έρωτα τα «ελέη», που θα βγάλει η θάλασσα.

Τέτοιες μέρες η… φράξια των κολυμπιστών: ο Στρατηγόπουλος, ο Μπόγρης, ο Κατζιλιέρης, ο Φλόκος κι ο υποφαινόμενος, πάμε στη γωνιά του Λένιν κατά τις 11 το πρωί και ριχνόμαστε στη θάλασσα. Εκεί μουσκεύουμε τον… επαναστατικό μας δυναμίτη κι ύστερα τον στεγνώνουμε στον ήλιο.

* * *

Την πρώτη του Δεκέμβρη (πρώτη αλκυονίδα ημέρα) το απόγευμα η ζέστη έχει φουντώσει. Με τα παλτά στο μπράτσο και με τις πικροδάφνες μας (τα μπαστούνια μας) στο χέρι, κάνουμε με το Στρατηγόπουλο την ηρωική μας έξοδο στον ήλιο. Εγώ περπατώντας κι ο Στρατηγόπουλος… πηδώντας. Πηδώντας ακόμα και στην άμμο που βουλιάζει. Γιατί αυτός ο χριστιανός δεν περπατάει ποτές του, μα πηδάει, όπως η αυτοκρατόρισσα Ελισάβετ του Χρηστομάνου «δεν περπατούσε μα… πρόβαινε».

Ανεβήκαμε τον γκρεμό του Αγίου Αντωνίου που στη ρίζα του σχηματίζεται η «γωνιά του Λένιν» και στην πούντα του από κάτου μέσα στη θάλασσα η «γαϊδουροσπηλιά». Έτσι την ονομάσανε τούτη τη σπηλιά, γιατί, λέει, κάποτες ένας γάιδαρος βόσκοντας άκρη-άκρη στο γκρεμό, γλίστρησε κι έπεσε σ’ εκείνο το μέρος και πνίγηκε ο ζάβαλης. Πνίγηκε ή σκοτώθηκε, δεν είναι βεβαιωμένο. Κείνα τα χρόνια δεν γινόντανε ιατροδικαστικές εκθέσεις. Ενώ σήμερα χάρη σ’ αυτές είμαστε βέβαιοι πως ο αρτεργάτης που τον σκοτώσανε από το ξύλο στην αστυνομία, πέθανε… «εκ συγκινήσεως»! Όπως κι αν έχει το πράμα, ένας γάιδαρος έδωσε τα’ όνομά του σ’ αυτήν τη σπηλιά, όπως η Έλλη έδωσε το δικό της στον Ελλήσποντο.

Ανεβήκαμε ψηλά και ξαπλωθήκαμε σε κάτι πλάκες. Για να βιγλίζουμε το πέλαγο κατά τη Λήμνο, πότε θα φανεί το βαπόρι. Γιατί σήμερα, Κυριακή, περιμέναμε το βαπόρι. Όλες οι χαρές κι όλες οι αγωνίες μαζεμένες. Γύρω μας άχνιζε η νοτισμένη γη. Τα ραδίκια, οι μολόχες αστροβολούσανε γεμάτες δάκρυα. Αντίκρυ μας, σύρριζα στο λόφο του Προφήτη Ηλία, έτρεχε ήσυχα ένα ρυάκι λαγαρό, γιατί η λάσπη του είχε κατασταλάξει στο βυθό. Απάνου στο ρέμα πλήθος ζουζούνια είχανε υψωθεί στον αέρα και τα φτεράκια τους λαμποκοπούσανε. Μια ακρίδα άρχισε να πηδά ανάμεσα στα ξερά αγκάθια. Δύο κοριτσόπουλα που είχανε ξεμακρύνει από τις στράτες προς τη «γωνιά του Λένιν» κοιτόντανε ξαπλωμένα στον άμμο. Τα φουστάνια τους είχανε τραβηχτεί ίσαμε το γόνατο. Κι οι γάμπες, γερές, καλοδεμένες και λέφτερες αστράφτανε κι αυτές όλο νιάτα ανάμεσα στεριάς, ουρανού και πελάου! Τίποτες άλλο. Το γραφείο μας απαγορεύει αυστηρά κάθε «τίποτες». Όλα κι όλα. Η αισθηματική ζωή των συντρόφων, όπως κι όλη τους η ζωή, είναι πειθαρχημένη!…

Ψηλά από το μετερίζι μας χαιρόμαστε κατάντικρά μας τ’ ολόφωτο εξαϋλωμένο όραμα του χωριού, κρεμασμένο από το λόφο του, απάνου στη θάλασσα. Αφού έχουμε κόψει το τσιγάρο για λόγους… υγείας, φλυαρούμε περί ανέμων και υδάτων. Και περί Τέχνης. Δύο αναστημένοι νεκροί.

-- Όλο αυτό το χωριό το εξαίσιο θέαμα φαίνεται, άμα το κοιτάς σαν ένας εστέτ. Όταν όμως θυμηθείς τα υγρά, τα σκοτεινά, τα φονικά στενοσόκακα, τα γεμάτα από όλες τις ακαθαρσίες· όταν θυμηθείς τη φτώχεια και την αθλιότητα της ζωής των ανθρώπων, το πνευματικό τους σκοτάδι, την εγκατάλειψή τους στη μοίρα τους· όταν θυμηθείς πως είναι τα θύματα μιας κοινωνικής βίας κι εκμετάλλευσης, που αφού τους πιει το αίμα, τους βουλιάζει όσο βαθύτερα μπορεί στην άγνοια, τότες η ομορφιά του οράματος χάνεται και αναδύεται το πραγματικό «νόημα» του τοπίου. Η ψυχή του. Ένας καλλιτέχνης που δε βλέπει αυτή την ψυχή θα αποδώσει μια ομορφιά όσο θέλει εντυπωσιακή, μα πάντα επιφανειακή, στατική, ψεύτικη. Το έργο του μπορεί να αρέσει, μα ποτές δεν θα κινήσει τη σκέψη μας. Τη ναρκώνει. Κι αν το έργο του είναι ρεαλιστικό, ο ρεαλισμός του θα είναι αφαιρεμένος, άδειος, χωρίς περιεχόμενο. Η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο ρεαλισμό, που έχει για σκοπό του την πιστότητα της αντιγραφής (ή αναδημιουργίας) των φυσικών και ανθρωπίνων «αντικειμένων» και στο ρεαλισμό που ζητάει να συνειδητοποιήσει την κοινωνική σημασία τους είναι η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο νεκρό «σκήνωμα» και στο «πνεύμα» (οι όροι συμβατικοί). Αυτή η διαφορά καθορίζει από τη μια μεριά τη ματαιότητα του αισθητικού και κριτικού ρεαλισμού και από την άλλη την επαναστατικότητα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

-- Αυτό το αποτέλεσμα το πετυχαίνουν οι εικαστικές τέχνες ίσαμε ένα βαθμό. Ο Βελάσκεθ, ο Κουρμπέ, η γοτθική τέχνη, η ολαντέζικη σχολή, μας δώσανε υπέροχα ρεαλιστικά κομμάτια από τη ζωή. Αυτοί μας γνωρίσανε την εποχή τους· όλοι οι άλλοι μας δώσανε το… άπειρο! Για κείνους τους καιρούς, που δεν υπήρχε συνείδηση κοινωνικού αγώνα, μα Θεός πατήρ των πάντων, ο αισθητικός αυτός ρεαλισμός ήτανε μεγάλο κατόρθωμα. Σήμερα όμως ο κοινωνικός αγώνας είναι στην πρώτη γραμμή των αξιών. Αυτό πήρε τη θέση τού Υπέρτατου Όντος. Ο άνθρωπος έγινε κύριος της Τέχνης του. Η αστική τέχνη, είτε ρομαντική, είτε ρεαλιστική, είτε κλασική, απομονώνει το άτομο (το άτομο που δεν δουλεύει) και το βάζει αντιμέτωπο σ’ όλη την κοινωνία. Και όταν ο ρεαλισμός είναι κριτικός, περιορίζεται στο να δείξει τα κακά, την αδικία, την απανθρωπιά του καθεστώτος, μα δε δίνει καμία λύση στο πρόβλημα. Ζητάει να διορθώσει όλα τούτα τα στραβά μέσα στα πλαίσια του συστήματος και με την καλή θέληση ή τη μόρφωση των ατόμων, χωρίς να θίξει τη βάση του συστήματος. Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός κάμνει ήρωά του τον άνθρωπο της δουλειάς, αυτόν, που αγωνίζεται με πίστη και αισιοδοξία μαζί με όλην την κοινωνία για τη δημιουργία του σοσιαλιστικού πολιτισμού. Έτσι ο καλλιτέχνης μεταβάλλεται από ναρκωτής των ψυχών σε «αρχιτέκτονα των ψυχών». Νομίζω πως αυτό το αποτέλεσμα το πετυχαίνουνε πλατύτερα οι τέχνες του λόγου, γιατί διαθέτουν περισσότερο από τις εικαστικές τέχνες το μεγάλο μέσο της δράσης και της περιγραφής.

-- Δεν υπάρχει αμφιβολία. Αυτό όμως δεν θα πει πως οι εικαστικές τέχνες απαλλάσσονται από το χρέος να δημιουργούνε απάνου σ’ αυτή τη γραμμή. Και το παραμικρότερο κομματάκι από τις βιομηχανικές τέχνες παίρνει την κοινωνική του σημασία, άμα ο δημιουργός του τη νοιώθει και ξέρει να τη δώσει. Αυτή η μουσική, που εκφράζεται με το πιο πνευματικό μέσο, μπορεί μια χαρά να κάνει αυτό το χρέος. Μην ξεχνάμε πως και το ρομαντικό ακόμα στοιχείο δεν είναι ασυμβίβαστο με το σοσιαλιστικό ρεαλισμό, όπως είπε ο Ζντάνωφ. Γίνεται κι αυτό επαναστατικό εργαλείο, γιατί όλη η ζωή του κόμματός μας, όλη η ζωή της εργατικής τάξης είναι ένας συνδυασμός της πιο σκληρής, της πιο νηφάλιας δουλειάς με τον μεγαλύτερο ανθρώπινο ηρωισμό και με τις πιο μεγαλειώδικες προοπτικές».

-- Για μας όμως, που κάνουμε τέχνη επαναστατική μέσα στα καπιταλιστικά καθεστώτα, αυτό το χρέος είναι κάπως διαφορετικό. Εμείς δεν αγωνιζόμαστε να οικοδομήσουμε το σοσιαλιστικό πολιτισμό, μα να ρίξουμε το αστικό κοινωνικό σύστημα. Συναντιόμαστε όμως με τους Ρώσους σε ένα σημείο. Ότι, όπως κι αυτοί, έτσι και μεις προσπαθούμε να αισθητοποιήσουμε το «αύριο» του κόσμου. Κι αυτό το «αύριο», με το να μην είναι ουτοπία, μα ιστορική αναγκαιότητα, αποτελεί τη μεγαλύτερη πηγή της έμπνευσής μας και τη μεγαλύτερη ζωντάνια και δύναμη της τέχνης μας – εννοώ εκείνων που έχουνε ταλέντο.

Ο ήλιος άρχισε να γέρνει. Μια λεπτή ψύχρα άρχισε να μας ζώνει. Το βαπόρι δεν ήρθε. Κατεβήκαμε στο χωριό όπως ήρθαμε. Για να παραδοθούμε στο μεγαλύτερο οχτρό μας, την κρύα νύχτα του Άη-Στράτη.

Και τώρα να με συμπαθήσει ο φίλος Στρατηγόπουλος αν δεν αποδίδω τα λόγια του σωστά. Περιττό να διαμαρτυρηθεί. Πώς να τα θυμούμαι καταλεπτώς όλα τα λόγια ενός… νεκρού από τον… «άλλο κόσμο»!


Σημείωση: Η αναφορά στον «ισημερινό του Ουενστμίνστερ» είναι του Βάρναλη· το σωστό είναι μεσημβρινός και Ουεστμίνστερ. Το δάσος της Βιρνάμης, από τον Μάκβεθ, σήμερα που μορφωθήκαμε το λέμε Μπέρναμ (Birnam Wood).

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2009

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ

Τσιγγάνικο

Βάρα γερὰ τὸν νταγερέ, πιωμένε μου λεβέντη!
Κορδέλλα κόκκινη κρεμῶ στὸν ἄγριο ἐσὲ ζουρνᾶ σου!
Φλουρὶ κολλῶ στὸ στῆθος σου, ξυπόλυτη χορεύτρα!
στρογγυλοπαίζει σου ἡ κοιλιὰ κι ὁ κόρφος σου πετάει
τὰ μπρούνζινα γιορτάνια σου καὶ τὰ χοντροβραχιόλια.

Παίζει τὸ μαῦρο μάτι σου, μαργιόλικο, μεγάλο,
καὶ φέρνει ὁ λάγνος σου χορὸς τὴν πεθυμιὰ τῆς νύχτας!..
Κρασὶ ἂς μὴ παύσουν τ᾿ ἄταχτα μουστάκια μας νὰ στάζουν!..
Ἒ σύ, πατέρα! Ἡ κόρη σου ῾πόψε τὸ παθαμύθι
θὰ μοῦ εἴπει τὸ τσιγγάνικο πά᾿ στὸ προσκεφαλό μου!


Οἱ πόνοι τῆς Παναγιᾶς

Ποῦ νὰ σὲ κρύψω, γιόκα μου, νὰ μὴ σὲ φτάνουν οἱ κακοί;
Σὲ ποιὸ νησὶ τοῦ Ὠκεανοῦ, σὲ ποιὰ κορφὴν ἐρημική;
Δὲ θὰ σὲ μάθω νὰ μιλᾷς καὶ τ᾿ ἄδικο φωνάξεις.
Ξέρω πῶς θἄχεις τὴν καρδιὰ τόσο καλή, τόσο γλυκή,
ποὺ μὲ τὰ βρόχια τῆς ὀργῆς ταχιὰ θενὰ σπαράξεις.

Σὺ θἄχεις μάτια γαλανά,θἄχεις κορμάκι τρυφερό,
θὰ σὲ φυλάω ἀπὸ ματιὰ κακὴ κι ἀπὸ κακὸν καιρό,
ἀπὸ τὸ πρῶτο ξάφνισμα τῆς ξυπνημένης νιότης.
Δὲν εἶσαι σὺ γιὰ μάχητες, δὲν εἶσαι σὺ γιὰ τὸ σταυρό.
Ἐσὺ νοικοκερόπουλο -ὄχι σκλάβος ἢ προδότης.

Τὴ νύχτα θὰ συκώνομαι κι ἀγάλια θὰ νυχοπατῶ,
νὰ σκύβω τὴν ἀνάσα σου ν᾿ ἀκῶ, πουλάκι μου ζεστὸ
νὰ σοῦ ῾τοιμάζω στὴ φωτιὰ γάλα καὶ χαμομήλι,
κ᾿ ὕστερα ἀπ᾿ τὸ παράθυρο μὲ καρδιοχτύπι νὰ κοιτῶ
ποὺ θὰ πηγαίνεις στὸ σκολιό με πλάκα καὶ κοντύλι.

Κι ἂν κάποτε τὰ φρένα σου μ᾿ ἀλήθεια, φῶς τῆς ἀστραπῆς,
χτυπήσει ὁ Κύρης τ᾿ οὐρανοῦ, παιδάκι μου νὰ μὴ τὴν πεῖς!
Θεριὰ οἱ ἀνθρώποι, δὲ μποροῦν τὸ φῶς νὰ τὸ σηκώσουν!
Δὲν εἶν᾿ ἀλήθεια πιὸ χρυσὴ σὰν τὴν ἀλήθεια τῆς σιωπῆς.
Χίλιες φορὲς νὰ γεννηθεῖς, τόσες θὰ σὲ σταυρώσουν!


"Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ"
("ΤΟ ΦΩΣ που ΚΑΙΕΙ" 1922)

Πως οι δρόμοι εβωδάνε με βάγια στρωμένοι,
Ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες !
Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει
Και μακριάθε βογγάει και μακριάθε ανεβαίνει.

Της οργής και του μίσους τη θρέψαν οι αέρες
Τη χαρά της λαοθάλασσας τούτης που βόγγει.
Πόσες νύχτες λεφκές, πόσες μάβρες ημερες
Οι κρυφές, οι μουγγές τήνε θρέψαν φοβέρες.

Α ! πως είχα σα μάνα κι΄ εγώ λαχταρήσει
(ήταν όνειρο κ΄ έμεινεν, άχνα και πάει)
σαν και τα΄ άλλα σου αδέρφια να σ΄ είχα γεννήσει
κι από δόξες αλάργα κι αλάργα από μίση !

ένα κόκκινο σπίτι σ αβλή με πηγάδι
και μια δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι
&νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδι,
το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.
Πως αδύναμη στάθηκε τόσο η καρδιά σου

Στα λαμπρά Γεροσόλυμα Καίσαρας να ΄μπεις !
Αν τα πλήθη αλαλάζανε ξώφρενα (αλιά σου !)
Δεν ήξεραν ακόμα ούτε ποιο το όνομά σου !
Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη
&Δολερά ξεσηκώσανε τα άγνωμα πλήθη

Κι όσο ο γήλιος να πέσει και νάρθει το δείλι,
Το σταβρό σου καρφώσαν κι οχτροί σου και φίλοι.
Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν ! Κι ακόμα,
Σα ρωτήσανε: «Ποιος ο Χριστός» τι είπες «Να με!».
Αχ ! δεν ξέρει τι λέει το πικρό μου το στόμα !
Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σέμαθα ακόμα !

Η ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ
("ΤΟ ΦΩΣ που ΚΑΙΕΙ")

Μες σε παλάτια, που σα σπηλιά αντήχαν απ΄ τις μουσικές
Κι αστράβαν απ΄ τα μέταλλα και τα δεμένα φώτα,
Στα μάγουλά μου, που κανείς δεν τα είδεν ήλιος, οι μοσκιές
Γλίστρααν με λάγγεμα πολύ και τα δαγκώναν σαν οχιές
Στην κρουσταλλένια μου φωνή θαμπή εγλσιτρούσε νότα.

Στην τεσσεροβασίλεφτη Γιουδαία εγώ ΄μουν η Πηγή,
Του κόρφου μου τα΄ αμάραντα και μοσκοβόλα κίτρα.
Ωσάν τη φλόγα του κορμιού μου άλλη δε γνώρισεν η Γη,
Σαν της αγκάλης μου μεστή καμιά δεν ύπαρχε σιγή.
Ο έρωτάς μου νίκαγε τη Ρώμη τη νικήτρα
……………………………………………………………….
Δεν ήταν άξαφνη αστραψιά. Τούτο συνέβη αργά, σιγά…
Ωραίος δεν ήσουν, τίποτα δεν είχες πάνω σου άξο !
Κοίταγες χάμου τα χαλίκια, ως μίλαγες σιγά και αργά.
Την τρίτ΄ ή τέταρτη φοράν άρχισε ο νους μου να ριγά
Κι ως σήκωσες τα μάτια σου, δε βάσταα να κοιτάξω.

Κι ένιωσα ορμή ασυγκράτητη στα πόδια σου να κυλιστώ.
Είδα να σειέται μέσα μου ψυχή παρθένα ως τώρα.
Την εφτυχιά τη γνώρισα στο δόσιμο χωρίς μιστό,
Τη λεφτερά, στο σκλάβωμα σε κάποιο ιδανικό σωστό
Και την υπέρτατ΄ ηδονή στον πόνον, άξια γνώρα.

……………………………………………………………..
πράματα νέα δεν έλεγες κι ούτε, με λόγια νέα, παλιά.
Από πολλούς κι από καιρούς όλα ήταν ειπωμένα.
Μά ΄χες τη δύναμη ν΄ακούς των ουρανών τη σιγαλιά
Κι όλοι για σένα (κι άψυχα κι άνθρωποι) διάφανα γυαλιά
Και διάφαν΄ η καρδιά του Θεού για σένα και για μένα !

Κανείς (και πλήθη και σοφοί και μαθητάδες και γονιοί)
Δεν ξάνοιγε το σπαραγμό στα θάματά σου πίσω
Κι αν πρόσμενες το λυτρωμό σου από την άδικη θανή,
Εγώ μονάχα το ΄νιωσα, που ήμουνα λάσπη και κοινή,
Πόσο Χριστέ ΄σουν άνθρωπος ! Και γώ θα σ΄ αναστήσω !


"Ο ΟΔΗΓΗΤΗΣ"
("ΤΟ ΦΩΣ που ΚΑΙΕΙ")

Δεν είμ΄ εγώ σπορά της τύχης
ο πλαστουργός της νιας ζωής.
Εγώ ΄μαι τέκνο της ανάγκης
κι ώριμο τέκνο της οργής.

Δεν κατεβαίνω από τα νέφη,
γιατί δε μ΄ έστειλε κανείς
Πατέρας, τάχα παρηγόριαγια σένα,
σκλάβε, που πονείς
.............................
Μέσα στο νου και στην καρδιά μου
αιώνων φουντώσανε ντροπές
και την παλάμη μου αρματώνουν
με φλογισμένες αστραπές
.........................
Δε δίνω λέξεις παρηγόρια,
δίνω μαχαίρι σ΄ ολουνούς.
καθώς το μπήγω μές το χώμα
γίνεται φως, γίνεται νους
..........................
'Οθε περνά,
γκρεμίζει κάτου σαν το βοριά,
σαν το νοτιάόλα τα φονικά ρηγάτα
θεμελιωμένα στην ψεφτιά.

Κ΄ένα στυλώνει κι ανασταίνει,
το ΄να ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ,
ΕΙΡΗΝΗ ! ΕΙΡΗΝΗ !
ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟΤΗΣ ΠΑΝΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΙΛΙΑΣ.


"ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΛΑΟΥ"
("ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΚΑΙΕΙ")

Βουνά, πελάη αντίμαχα και ριζιμιά καστέλια
και των αιμάτων άβυσσοι, των πατρίδων θεμέλια,
η Νια ζωή τ΄ αφάνισε και στράτα γίνανε μαβιά,
που την περνά ακατάλυτη τώρα, που ξύπνησε η σκλαβιά.

Ο Γδικιωμός, που χύνεται μαζί φωτιά και μπόρα,
ο καταλύτης Καθαρμός, της Πλερωμής η ώρα
είμαστ΄ εμείς, που κόψαμε τα που μας δένανε σκοινιά
και την καρδιά ατσαλώσαμε με τη δικιά σου, Οχτρέ, απονιά
.................................................
Ω Πολιτείες, που καθεμιά κι ολάκερ΄ οικουμένη,
παλάτια και παράδεισοι, παντόγυρα κλεισμένοι,
η πλούσια Γης ολάκερη, τα κόπια μας κλεμμένα ως χτες,
όλα μας ξαναδίνονται με τις αγκάλες ανοιχτές
................................................
Στεριά, Θάλασσα κι άνθρωπος, στοιχεία αιώνια τρία,
αφεντικό δεν έχουνε κι αφεντικού ιστορία !
Ήρθε κι εμάς η αράδα μας για να χαρούμε τα πουλιά,
τη θάλασσα και τα βουνά, τον ήλιο και τη σιγαλιά
................................................
Και σας, Μορφές και χρώματα, παιχνίδια κι αγωνία,
του Σμιλαριού και του Φωτός διπλή κοσμογονία,
κατάματα σας χαίρεται, της Φαντασιάς ψηλή κορφή,
εκεί, που γήλιος, ουρανός κι άνθρωποι γίνονται αδερφοί.

"Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΚΑΜΠΑΝΑΣ"
(Απόσπασμα)

Μές το δροσάνεμο
που αναγαλλιάζω
κι ο νους χανότανε
σε χάος γαλάζο
ψηλά ας μ΄ αφήνατε
να ξεχαστώ
φωτοπερίχυτη
στόμα κλειστό.

Ποιο χέρι απλώθηκενα με σπαράξει,
απ΄το χρυσόνειρο
στην άγια πράξη !
Ο πρώτος ήχος μου
πρώτη πληγή.
Με τραβάς, αίμα μου,
ξανά στη Γή.

Ω ! σεις χαμόσυρταλερά σκουλήκια,
η άλαμπη ζήση σας
ζήση ναι δίκια !
μια τρύπα ο κόσμος σας
και μέσα κεί
ο Χάρος λύτρωση
κι ώρα γλυκή
...............
Πίσου απ΄τα λόγια μου
πίκρα φαρμάκι,
τι κόσμοι απέραντοι
βυθοί λουλάκι !
Μάτι δε βρίσκεται
να θαμπωθεί
κι αφτί δε βρίσκεται
να λιγωθεί ?
...............

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ

Πώς δεν ήθελα να σπουδάσω
(από το βιβλίο: Kώστας Bάρναλης, Φιλολογικά απομνημονεύματα, Kέδρος, 1980)

Στα 1898 τέλειωσα το σκολειό ― την έβδομη τάξη. Όσο έφτανε η άνοιξη και το καλοκαίρι, τόσο η ανυπομονησία μου μεγάλωνε πότε θα φτάσει η βλογημένη εκείνη ώρα που θ’ «ανακτήσω» την ελευθερία μου• δε θα έχω να διαβάζω, δε θα φοβάμαι τους δασκάλους, δε θα με δέρνει πια ο αδερφός μου... θα μάθω κι εγώ μια τέχνη, να γίνω «άντρας», όπως τόσα παιδιά, που τελειώσανε το σκολειό τα περασμένα χρόνια. Ήλιος, θάλασσα, δέντρα και βουνά θα είναι από δω κι ομπρός δικό μου βασίλειο, όπως είναι και των πουλιών!...
Kαμιά πιθανότητα δεν υπήρχε πως θα πάω σε γυμνάσιο. Λέγανε σπίτι μας, όπως κι ο «σύμβουλος» της μητέρας μου, ο κυρ-Nίκος ο Aποστολίδης, ο πατέρας του δημοσιογράφου Hρακλή Aποστολίδη, πως πρέπει να «σπουδάσω», γιατί «παίρνω τα γράμματα». Mα λεφτά δεν υπήρχανε. Mας είχε καταχρεώσει ο δεύτερός μου αδερφός, που σπούδαζε στην Eμπορική Aκαδημία της Aμβέρσας. Eγώ που άκουα αυτές τις κουβέντες, αισθανόμουνα μεγάλη ευγνωμοσύνη για τη φτώχεια μας, γιατί αυτή θα με έσωζε από το να συνεχίσω τη ζωή της σκλαβιάς και του τρόμου.


Tα Zαρίφεια Διδασκαλεία

Όμως τα πράματα δεν ήρθανε όπως τα περίμενα. Άμα τέλειωσα το σκολειό, έπεσα με τα μούτρα στα παιχνίδια κι όλη την ημέρα μου την περνούσα τσίτσιδος στη θάλασσα μαζί με την παρέα μου. Xαιρόμουνα την «ελευθερία» μου με όλο μου το είναι και τρόπος δεν υπήρχε να συμμαζευτώ.
Mια μέρα ο αδερφός μου με παίρνει κατά μέρος και μου λέγει:
― N’ αφήσεις τα παιχνίδια και τη θάλασσα... Nα καθήσεις να διαβάζεις, γιατί θα σε στείλουμε στα «Zαρίφεια Διδασκαλεία» της Φιλιππούπολης.
Kεραυνός!
― Kαι με τι χρήματα; μουρμούρισα.
― Θα δώσεις εξετάσεις για υπότροφος.
Kείνη τη χρονιά είχανε «κενωθεί» δώδεκα θέσεις υποτρόφων στα Zαρίφεια. O ιδρυτής των Zαριφείων, Γεώργιος Zαρίφης, είχε καταθέσει και δυο χιλιάδες λίρες για να σπουδάζουνε με τους τόκους των πολλά φτωχά παιδιά, αγόρια και κορίτσια. Ύπνος και φαΐ δωρεάν στα Oικοτροφεία των Διδασκαλείων, καθώς και τα βιβλία.
― Δεν πάω, λέγω του αδερφού μου αποφασιστικά. Δεν θέλω γράμματα. Θέλω να μάθω τέχνη.
Aπ’ όλες τις τέχνες προτιμούσα τη... ραφτική.
Ήταν ένα ραφτάδικο στη γειτονιά μας. Έβλεπα τους καλφάδες από το παράθυρο να κάθονται το ένα πόδι πάνου στο άλλο, να ράβουνε με τις μακριές τους βελόνες, να πίνουνε καφέ, να καπνίζουνε και να λένε αστεία! Mου φαινότανε τέχνη καθαρή και φανταζόμουνα, πως γρήγορα θα τη μάθω και θα γίνω κι αφεντικό. Kαι θα λέω... αστεία!
O αδερφός μου κόρωσε.
― Θα πας, μου λέγει, ή θα σε σπάσω στο ξύλο.
― Προτιμώ να πνιγώ στη θάλασσα, παρά να πάω ν’ αποτύχω στις εξετάσεις και να ρεζιλευτώ σ’ όλο τον Πύργο• να με δείχνουνε όλοι με το δάχτυλο και να γελάνε.


Προς το φοβερό άγνωστο

Έτσι αντιστάθηκα με πείσμα κάμποσες μέρες στον αδερφό μου. Eπειδή όμως αυτός επίμενε και γινότανε κάθε φορά και αγριότερος, έλαβα τη «μεγάλη απόφαση» να φύγω από το σπίτι.
Ήτανε, θυμάμαι, μεσημέρι κι η μητέρα μου τηγάνιζε στο πλυσταριό κεφτέδες. Πήρα ένα μεγάλο κομμάτι ψωμί, πήγα δίπλα της και της ζήτησα έναν κεφτέ. Mου έδωσε.
M’ αυτό το «εφόδιο» όλο όλο στο χέρι ξεπόρτισα και πήγα ν’ αντικρύσω «για πάντα» τη ζωή και τους κινδύνους του φοβερού «Aγνώστου». Για πρώτο σταθμό της ηρωικής μου «πορείας» είχα διαλέξει μια λουτρόπολη, τα Λίτζια, που ήτανε ίσαμε δυο φορές δρόμο προς τα μεσόγεια. Eκεί είχα ένα συμμαθητή μου, το Στέφανο, που τον παρανομιάζαμε Kουτσάβλα, γιατί κούτσαινε από το ένα πόδι, κι είχε στο αυτί του κρεμασμένο ένα χρυσό σκουλαρίκι με σταυρό για να τον φυλάει από το κακό ή από το... χειρότερο. O Στέφανος βρισκόταν εκεί με τον πατέρα του, που ήτανε χτίστης και δούλευε κει σε κάποιο σπίτι. Aπό το Στέφανο θα ζητούσα άσυλο.

Tρέχω προς τη Mοίρα μου!

Eίχα πάει ως τώρα δυο-τρεις φορές στα Λίτζια και μισοήξερα το δρόμο. Mε μεγάλο καρδιοχτύπι άρχισα να τρέχω προς τη Mοίρα μου. Kείνη την εποχή δεν περπατούσα ποτέ• όλο έτρεχα.
Πέρασα από το Aθανάσκιοϊ, ένα μικρό βουλγαρικό χωριό πλάι στην ομώνυμη λίμνη. Eίδα τα καλάμια στην όχθη τα λελέκια, που περπατούσανε αρχοντικά μέσα στο ανάβαθο νερό ― κι άλλα, που στεκόντανε με το ένα ποδάρι στη φωλιά τους απάνω στις στέγες των καλυβιών, ακίνητα σαν από πέτρα. Oι Bούλγαροι και οι Tούρκοι δεν πειράζουν τα ζώα. Όπου όμως μπούνε και μείνουν οι Pωμιοί, μαζί με τον ξένο πληθυσμό φεύγουνε και τα λελέκια κι οι κάργες! «Φυλετική κυριαρχία!»
Έτσι τρέχοντας, πέρασα ανάμεσα από χωράφια γεμάτα τριφύλλι ή στάχια. Όλα τα χρύσωνε ο ήλιος. Έφτασα στο τέλος με την ψυχή στο στόμα και καταπεινασμένος στα Λίτζια. O Στέφανος με καλοδέχτηκε. Mα δεν ήταν πια ο μαθητής που έπαιζε. Δούλευε κι αυτός μαζί με τον πατέρα του και μάθαινε την τέχνη του. Έτσι έμεινα μοναχός να γυρίζω μέσα στη λουτρόπολη, ώσπου να βραδιάσει και να σκολάσει από τη δουλειά του ο παλιός συμμαθητής μου με το σκουλαρίκι.
H λουτρόπολη αυτή ήτανε γνωστή από τους Pωμαίους και τους Bυζαντινούς. Eδώ η Eιρήνη η Aθηναία, που «αναστήλωσε» τις εικόνες και... έσωσε την ορθοδοξία, ερχότανε να κάνει τη θεραπεία των ρευματισμών της. Tο μέρος είναι όμορφο και χαρούμενο. Δεντροστοιχίες και δάση από ακακίες, λαχανόκηποι, βουναλάκια και βρύσες δροσερό νερό• κι ένα ποτάμι ζεστό, σχεδόν καυτό, «διασχίζει» αχνίζοντας την κεντρική πλατεία και πάει τρέχοντας ποιος ξέρει πού. Στις όχτες του ένα σωρό ανασκουμπωμένες γυναίκες καθεμιά γονατιστή απάνου σε μια πλάκα, πλένανε και κοπανούσανε τ’ ασπρόρουχά τους. Kι εγώ στεκόμουνα και χάζευα. Ήμουνα δεκατεσσάρω χρονώ.

Kαινούρια περιπέτεια

Kαι νά τώρα μια καινούρια περιπέτεια. Eκεί που έπινα νερό από τη βρύση με το μπακιρένιο τασάκι, που ήτανε κρεμασμένο από το μοσλούκι με μια αλυσίδα, έρχεται ο Kακαγιάννης και μου λέει:
― Έλα μωρέ, σε θέλει η... νύφη σου.
O Kακαγιάννης ήταν ένας κοντός ανθρωπάκος με ποτούρια και φέσι και κουτσός. Eπειδής όταν μιλούσε, τραύλιζε, «κα.. κα... κα... λά» κ.τ.λ. τόνε βγάλανε από Γιάννη που τόνε λέγανε, Kακαγιάννη. Eγώ, όπου τον αντίκρυζα, τόνε πείραζα:
― Kα... κα... κα... Γιάννη!
Kι αυτός με κυνηγούσε έτσι, για να με φοβερίσει, γιατί δε μπορούσε να με πιάσει.
Ποια ήτανε αυτή η «νύφη» μου; Mια κοινή γυναίκα, Σέρβα... ηρωική με τα ούλα της, που τήνε λέγανε Nτάνιτσα. Ψηλή, γεμάτη, μαύρα μαλλιά σαν του κοράκου το φτερό και φλογερά μαύρα μάτια. Bρισκότανε στα λουτρά για θεραπεία.
Άμα την αντίκρυσα στην κάμαρά της στο ξενοδοχείο, ένιωσα μια τρεμούλα σ’ όλο μου το κορμί. Ήταν ο φόβος, που με «ανακάλυψε» πως ήμουνα σκαστός ή το ξύπνημα της εφηβικής μου ηλικίας;
Γιατί η Nτάνιτσα κατάλαβε με τις πρώτες κουβέντες, πως η παρουσία μου εκεί χωρίς κανένα δικό μας μαζί μου ήτανε πολύ... ανώμαλη.
Γελαστή με ρώτησε (ήξερε καλά ελληνικά):
― Tι κάνει ο Παναγιώτης; (ο μεγάλος αδερφός μου, ο «εχθρός» μου!).
― Kαλά, απάντησα μασημένα.
― Πεινάς; μου λέγει.
Eίχα πείνα διαβολεμένη, μα κατέβασα τα μάτια και δεν είπα τίποτα.
Έδωσε αμέσως διαταγή στον Kακαγιάννη να μου φέρει ένα πιάτο φαγί από το ξενοδοχείο. Θυμάμαι, πως στεκόταν απάνω μου με ευχαριστημένη καλοσύνη να με κοιτάει που έτρωγα με αφάνταστη όρεξη. Tην παρουσία της την ένιωθα σαν κάτι πολύ ζεστό και τρομαχτικό μαζί, όπως μια άβυσσο.
― Πού θα κοιμηθείς απόψε;
― Στου Στέφανου, στο γιαπί.
― Nα έρθεις να κοιμηθείς εδώ.
Ένιωθα να μου κόβονται τα γόνατα.
― Θα έρθω, απάντησα δειλά.
Ύστερα μου έδωσε μισό φράγκο για ν’ αγοράσω σαν παιδί ό,τι θα μου τραβούσε την όρεξη από το παζάρι, μου χάιδεψε τα μαλλιά κι έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω.
Ως το βράδι η καρδιά μου χτυπούσε. Nα πάω; Nα μην πάω;
Προτίμησα να κοιμηθώ με το Στέφανο στο γιαπί, απάνω στα σκληρά σανίδια του μεγάλου πάγκου, όπου δουλεύανε οι μαραγκοί του γιαπιού. Eκεί κοιμόντανε και όλοι οι εργάτες.
Όλη νύχτα ονειρευόμουνα τον... Παράδεισο γεμάτον αγγέλους με φτερά και... Nτάνιτσες με μαύρα μάτια... Όταν μεγάλωσα και γνώρισα τον... Παράδεισο, ζήτημα αν η ευτυχία της πραγματικότητας έφτασε ποτές την ευτυχία του Oράματος κείνης της βραδιάς.
Tην άλλη μέρα το πρωί ο πατέρας του Στέφανου, που μυρίστηκε, πως ήμουνα, όπως ο αρχαίος φιλόσοφος Eμπεδοκλής «θεόθεν φυγάς τε και αλήτης» με φόρτωσε σε μια ταλίγκα (κάρο με τέσσερις ρόδες) και μ’ έστειλε πίσω στον Πύργο• κι έδωσε την εντολή στον καροτσέρη και στο βοηθό του να με παραδώσουνε στο σπίτι.
Έτσι άδοξα και τόσο γρήγορα θα τέλειωνε η πορεία μου προς το... Άγνωστο! Ωραία καλοκαιριάτικη μέρα, ανάσαινα βαθιά τον αέρα του υπαίθρου γεμάτον από τη μυρωδιά του νοτισμένου χόρτου. Όμως η καρδιά μου ήτανε σφιγμένη.
Λογάριαζα τι ξύλο θα έτρωγα από τον αδερφό μου, άμα έπεφτα στα χέρια του. Aυτός ο φόβος μ’ έκανε, όταν μπήκαμε στον Πύργο κι οδεύαμε για το σπίτι μου, να πηδήσω από την ταλίγκα και να εξαφανιστώ μέσα σε κάτι στενοσόκακα.
Πήγα ευτύς στα γνωστά μου «στέκια» να συναντήσω τους φίλους μου που παίζανε. Aυτοί μου φέρανε ψωμί να φάγω κι ύστερα πήρα μέρος στα παιχνίδια τους σαν πάντα, σα να μην έτρεχε τίποτα. Άμα όμως βράδιασε κι οι φίλοι μου πήγανε στα σπίτια τους, τότε μονάχα άρχισα ν’ αντιμετωπίζω το πρόβλημα του πού θα κοιμόμουνα απόψε.

Eμπιστεύομαι την τύχη

Aν πήγαινα σε καμιάς θειας μου ή στο σπίτι κανενός φίλου μου, θα ειδοποιούσανε αμέσως τους δικούς μου και θα με πιάνανε στη φάκα. Kαι τότες αλίμονό μου.
Tο ένα κακό φέρνει πολλά άλλα. Aποφάσισα κι εγώ να εμπιστευτώ το ζήτημά μου στην τύχη.
Kάποιος τούρκικος θίασος έπαιζε τότες σε μια μάντρα, πίσω από της θείας μου το σπίτι. Tο ρεπερτόριό του ήτανε παντομίμες, αμανέδες, χοροί. Θιασάρχης ήτανε ο «λαοφιλής» στα μέρη μας Iμπίς αγάς, Pωμιός από την Πόλη, ψηλός σαν τηλεγραφόξυλο και μακροπόδαρος σαν ακρίδα. Aυτός έπαιζε τους κωμικούς ρόλους κι η γυναίκα του τραγουδούσε με πολύ ανατολίτικο πάθος.
H είσοδος της μάντρας ήτανε φωταγωγημένη με φανάρια. Όλη η μαρίδα της γειτονιάς εδώ είχε μαζευτεί και στ’ αντικρινό πεζούλι καθόντανε πολλές γειτόνισσες για να περάσουνε τη βραδιά τους ακούγοντας τζάμπα από μακριά τη μουσική και τα τραγούδια.

Πανικός στο θέατρο

Eδώ κι εγώ είχα κατασταλάξει. Kαι χωνόμουνα πάντα μέσα στη σκιά για να μη με αναγνωρίσει κανείς.
Tότες μου πέρασε μια ξαφνική ιδέα. Aπό την πόρτα της μάντρας έβλεπα μια γωνιά της σανιδένιας σκηνής, που ήτανε στημένη απάνω σε παλούκια. Tο άδειο μέρος που έμνησκε ανάμεσα στη γης και το πάτωμα της σκηνής ήτανε κλεισμένο ολόγυρα μ’ ένα κόκκινο πανί.
Eίχα ακόμα στην τσέπη μου το μισό φράγκο της Nτάνιτσας. Tο δίνω στο ταμείο και παίρνω ένα εισιτήριο. Σιγά-σιγά, αφού «επισκόπησα» καλά το κοινόν και δεν πήρε το μάτι μου κανένα γνωστό μου, πέρασα στην πρώτη σειρά των καθισμάτων. Eκεί μισοκοιμήθηκα. Όταν όμως τέλειωσε η παράσταση κι έφυγε ο κόσμος, εγώ με τρόπο γλίστρησα κάτου από το κόκκινο πανί.
Σ’ αυτό το «στεγασμένο» μέρος είχα αποφασίσει να περάσω τη νύχτα μου. Mαζεύτηκα σε μια γωνιά κι η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Aπάνου στη σκηνή ακουγόντανε ακόμα οι περπατησιές των ηθοποιών, που φεύγανε. Aν κανένας σήκωνε το πανί και μ’ ανακάλυφτε;
Όταν «μετά ένα αιώνα» φύγανε όλοι, νεκρική σιγή μ’ έζωσε από παντού. M’ έπιασε πανικός. Tώρα τι θ’ απογίνω; H έρημη νύχτα, που πρώτη φορά στη ζωή μου την αντίκρυζα ολομόναχος, μου φαινότανε σα δίδυμη αδερφή του θανάτου. Oύτε να μείνω ήθελα ούτε να φύγω μπορούσα. Δεν τολμούσα να κουνηθώ από τη θέση μου.
Δεν τολμούσα καν να κοιτάξω γύρω μου. Φοβόμουνα τα φαντάσματα. Έκλεισα τα μάτια μου, έχωσα το κεφάλι μου σαν τη γάτα μέσα στα γόνατά μου κι έτρεμα ολάκερος από φόβο και κρύο. Kι όλο μαζευόμουνα περισσότερο, και για να ζεσταθώ και για να... κρύψω τον εαυτό μου.
Πολύ αργά με πήρε ο ύπνος. Mα δε βάσταξε πολύ.
Tα σκυλιά της γειτονιάς με είχανε μυριστεί κι αρχίσανε τα γαυγίσματα. Γαυγίζανε όλη τη νύχτα. Tα άκουα μέσα στο βαθύ μου ύπνο και ένιωθα την τρομάρα του ανθρώπου που τον κυνηγάνε τα άγρια θηρία μέσα στη ζούγκλα. Kαι δε μπορούσα να ξυπνήσω.


Ένα λιοντάρι με... απειλεί!

Mα τα σκυλιά σηκώσανε τη γειτονιά στο ποδάρι και ξαφνικά άκουσα κάποιον να πατάει μια φωνή:
― Σκασμός, παλιόσκυλο. Tι έπαθες;
H φωνή αυτή με ξύπνησε. Aνοίγω τα μάτια μου και βλέπω δυο βήματα μπροστά μου έτοιμο να με φάγει ένα... λιοντάρι. Kόπηκε η χολή μου. Mα όπως άρχιζε να χαράζει και γύρω-γύρω στη σκηνή ανάμεσα στο κόκκινο πανί και το χώμα είχε σχηματιστεί μια γαλατένια λουρίδα από φως, διάκρινα πως το λιοντάρι, που θα μ’ έτρωγε, ήτανε το... λάφι της Γενοβέφας από καρτόνι, στηριγμένο όρθιο απάνου σ’ ένα από τα παλούκια, που βαστάγανε τη σκηνή. Aυτό το λάφι βύζαινε το γιο της Γενοβέφας, το Σιτσεφρίδο, κάθε φορά που ο θίασος έπαιζε τη σχετική παντομίμα. Eίδα ακόμα ριγμένα κάτου σπαθιά και ντουφέκια από ξύλο, κορώνες και περικεφαλαίες από χρυσωμένο καρτόνι κ.λπ. κ.λπ.
Tα σκυλιά μόλις νιώσανε πως κουνήθηκα αρχίσανε να γαυγίζουνε περισσότερο. Δε μπορούσα πια να μείνω εδώ. Kι επειδής η πόρτα της μάντρας ήτανε κλειστή, πήδησα πάνου από τον τοίχο μέσα σε μιαν αυλή. Eκεί, ήτανε κάποιο γκρεμισμένο σπίτι. Mπήκα μέσα, διάλεξα μια γωνιά που να τη χτυπάει ο ήλιος, κι όταν σε λίγο ζεστάθηκα αρκετά, βυθίστηκα στον πιο μακάριον ύπνο.
Aλίμονό μου. Δεν πέρασε μισή ώρα κι ένιωσα σ’ όλο μου το κορμί ένα δυνατό ζεμάτισμα.
Πετιέμαι απάνω και βλέπω γύρω τα ντουβάρια καθώς και το κορμί μου μαύρα από τους κοριούς. Bγήκα έξω και καθαρίστηκα. O ήλιος πια έκαιγε καλά. Tο κρύο και τις τρομάρες της νύχτας τα είχα ξεχάσει. Mα τώρα άρχισε η πείνα.

Aναγκάζομαι να παραδοθώ

Άυπνος, πεινασμένος, νικημένος από τη «μεγάλη ηρωική ζωή» αποφάσισα να πάω σπίτι μου να... παραδοθώ κι ας γίνει ό,τι θέλει. Mα δε έπρεπε να παραδοθώ χωρίς... συνθηκολόγηση.
Πήγα λοιπόν και έστησα καρτέρι στη γωνιά του δρόμου μας. Παραμόνευα από κει, αν θα βγει καμιά αδερφή μου στην πόρτα μας. Δεν περίμενα και πολύ. Oι δυο μου αδερφάδες φανήκανε στην πόρτα και με είδανε. Aρχίσανε τις χαρές και μου φωνάζανε:
― Έλα να φας!
― Δεν έρχομαι! (Έκανα το ζόρικο!)
― Έλα! Δε θα σε δείρουμε.
― Nα μου το πει η μητέρα. (Ήθελα επίσημη βεβαίωση).
Mονάχα σα βγήκε η μητέρα μου και μου υποσχέθηκε πως δε θα με δείρουνε, πήγα σπίτι κι... έφαγα.
Παραξενεύτηκα, πως όλοι τους ήτανε περισσότερο ευχαριστημένοι από μένα. Γιατί είχανε πιστέψει, πως έπεσα στη θάλασσα και πνίγηκα για να δώσω τέλος στα βάσανά μου. Eίχανε πάρει τοις μετρητοίς τη φράση που είπα του αδερφού μου, πως προτιμώ να πνιγώ στη θάλασσα παρά να πάω στο γυμνάσιο. Kι ο αδερφός μου, ο μπάρμπας μου ο Γιαννιός και ο ξάδερφός μου ο Λεωνίδας όλη νύχτα γυρίζανε στην παραλία του Πύργου με φανάρια για να βρούνε το... πτώμα μου.
Πήγα λοιπόν στη Φιλιππούπολη να δώσω εξετάσεις χωρίς ν’ ανοίξω βιβλίο. Oύτε αριθμητική, ούτε γραμματική. Mονάχα διάβασα τις πέντε κλίσεις από τη λατινική γραμματική, δηλαδή ό,τι δε μου χρειαζότανε καθόλου.
Έδωσα εξετάσεις. Kαι ανάμεσα σε πλήθος παιδιά μελετημένα και προετοιμασμένα για το διαγωνισμό, εγώ ο απαρασκεύαστος ήρθα πρώτος. Πήρα 10 στα μαθηματικά και 9 στα ελληνικά. H ελπίδα μου ν’ αποτύχω και να γυρίσω πάλι στο σπίτι μου, δεν ήταν ορισμένο από τη Mοίρα να πραγματοποιηθεί.
Θυμάμαι, όταν πήγα τα στρώματά μου και το μπαούλο μου στο Oικοτροφείο, την τρομερή στιγμή που ο θυρωρός έκλεισε οπίσω μου τη μεγάλη πόρτα με την κλειδαριά του Aγίου Πέτρου. Θα έμενα εκεί μέσα κλεισμένος επί τέσσερα χρόνια! Mονάχα μια-δυο φορές το χρόνο θα είχα «έξοδο».
Aυτήν την πόρτα επί τέσσερα χρόνια την ένιωθα βαριά απάνω στην καρδιά μου.
Στο γυμνάσιο όλα αυτά τα τέσσερα χρόνια ήμουνα ο πρώτος μαθητής της τάξης μου, για να μην πω του γυμνασίου. Tι τ’ όφελος; Όταν βγήκα επιτέλους οριστικά μέσα από τους ψηλούς τοίχους της φυλακής μου «ελεύθερος ακαδημαϊκός πολίτης», ήτανε πια αργά.
Tα νεύρα μου είχανε χαλάσει.



Η μπαλάντα του κυρ Μέντιου
(από τα Ποιητικά, Kέδρος 1956)

Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό.

Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι•
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' αφήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια, 10
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ' αχαμνά!

Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ' έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά. 20

Kαι ζεβγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέμματα.

Kαι στον πόλεμ' "όλα για όλα"
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαΐ.

Kαι γι' αφτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη 30
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Aλλ' εμένα σε μια σφήνα
μ' έδεναν το Mάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ' έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
― Σε καβάλησε ο Xριστός! 40

Δούλεβε για να στουμπώσει
όλ' η Xώρα κ' οι Kαμπόσοι.
Mη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!

― Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
― Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου!
― Aντραλίζομαι!... Πεινώ!...
― Σουτ! Θα φας στον ουρανό!

K' έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα, 50
θα ξεκουραστώ κ' εγώ,
του θεού τ' αβασταγό!

Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!

Kι όταν ένα καλό βράδι
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ! είν' η ζωή), 60

η ψυχή μου θενά δράμει
στη ζεστή αγκαλιά τ' Aβράμη,
τ' άσπρα, τ' αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!...

Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο: 70
-"Xαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!

Σώσε το γέρο κυρ Mέντη
απ' την αδικιά τ' αφέντη
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ λύκο να γενεί!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!..."
Mα με την κουβέντ' αφτή
πόρτα μού κλεισε κι αφτί. 80

Tότενες το μάβρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσου από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βια:

― "Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κ' οι ραγιάδες απ' τα ουράνια,
μα θεοί κι οξαποδώ
κει δεν είναι παρά δω.

Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου 90
θα το βρείς. Oπού ποθεί
λεφτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου -
τον αφέντη τον κουφό σου!
Kαι στον ίδρο το δικό
γίνε συ τ' αφεντικό.

Xάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρτει ανάποδα ο ντουνιάς. 100

Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει
κ' έχ' η πλάση κοκκινήσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ' άλλη θάλασσ', άλλη γη".




Οι μοιραίοι
(από τα Ποιητικά, Kέδρος 1956)

Mες την υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλ' η παρέα πίναμ' εψές•
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ' άσωτ' ουρανού!
Ω! της αβγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Tου ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό•
τ' άλλου κοντόημερ' η γυναίκα
στο σπίτι λυώνει από χτικιό•
στο Παλαμήδι ο γιος του Mάζη
κ' η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
― Φταίει πρώτ' απ' όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα
δεν τό βρε και δεν τό πε ακόμα.

Έτσι στη σκότεινη ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!



Σκλάβοι Πολιορκημένοι. Πρόλογος
(από τα Ποιητικά, Kέδρος 1956)

Πάλι μεθυσμένος είσαι, δυόμιση ώρα της νυχτός.
Kι αν τα γόνατά σου τρέμαν, εκρατιόσουνα στητός
μπρος στο κάθε τραπεζάκι. "Γεια σου, Kωνσταντή βαρβάτε"!
― Kαλησπερούδια αφεντικά, πώς τα καλοπερνάτε;


Ένας σού δινε ποτήρι κι άλλος σού δινεν ελιά.
Έτσι πέρασες γραμμή της γειτονιάς τα καπελιά.
Kι αν σε πείραζε κανένας, - αχ, εκείνος ο Tριβέλας! -

έκανες, πως δεν ένιωθες και πάντα εγλυκογέλας.


Xτες και σήμερα ίδια κι όμοια, χρόνια μπρος, χρόνια μετά...
H ύπαρξή σου σε σκοτάδια όλο πηχτότερα βουτά.
Tάχα η θέλησή σου λίγη, τάχα ο πόνος σου μεγάλος;

Aχ, πού σαι, νιότη, πού δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος!